Γιατί τα κορίτσια με ΔΕΠΥ παραμένουν συχνά λιγότερο διαγνωσμένα σε σύγκριση με τα αγόρια

Γιατί τα κορίτσια με ΔΕΠΥ παραμένουν συχνά λιγότερο διαγνωσμένα σε σύγκριση με τα αγόρια
photo taken by senjuti-kundu-JfolIjRnveY-unsplash

Όταν η μαμά της Φρίντα ήρθε για τη συνηθισμένη εβδομαδιαία συνεδρία εργοθεραπείας, μου αποκάλυψε κάτι που με εξέπληξε: έχει ξεκινήσει τη διαδικασία αξιολόγησης για διάγνωση ΔΕΠΥ για τον εαυτό της. Η Έμιλυ είναι 43 ετών, γιατρός και μητέρα δύο παιδιών, εκ των οποίων το ένα έχει ένα πολύ σπάνιο χρωμοσωμικό σύνδρομο. Τη γνωρίζω πάνω από πέντε χρόνια, στο πλαίσιο της θεραπείας της κόρης της. Καθώς περιέγραφε τα συμπτώματα της παιδικής της ηλικίας, αναγνώριζα τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά σε πολλά κορίτσια από το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό μου περιβάλλον· κορίτσια που δεν ήταν δικά μου περιστατικά, αλλά των οποίων η εικόνα ταίριαζε απόλυτα με όσα περιέγραφε η Έμιλυ.

Ως παιδιατρικός εργοθεραπευτής, έχω αξιολογήσει και δει εκατοντάδες αγόρια με ΔΕΠΥ. Μετά, όμως, από εκείνη τη συνεδρία συνειδητοποίησα ότι δεν είχα δει αντίστοιχο αριθμό κοριτσιών με την ίδια διάγνωση. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση δεν είναι απολύτως ξεκάθαρη.

Αν και χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να κατανοήσουμε καλύτερα τους γενετικούς και νευροβιολογικούς παράγοντες που διαφοροποιούν τη ΔΕΠΥ μεταξύ των δύο φύλων, η έρευνα δείχνει ότι η ΔΕΠΥ διαγιγνώσκεται και αντιμετωπίζεται συχνότερα στα αγόρια. Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ανδρικά και γυναικεία εγκεφαλικά συστήματα αναπτύσσονται και ωριμάζουν με διαφορετικούς ρυθμούς, γεγονός που υποδηλώνει ότι και η πορεία της άτυπης ανάπτυξης του εγκεφάλου στη ΔΕΠΥ μπορεί να είναι φύλο-ειδική.

Τα κορίτσια—ιδιαίτερα στις ηλικίες του δημοτικού—είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστούν, με αποτέλεσμα να παραμένουν συχνά αδιάγνωστα. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στις διαφορές στον τρόπο έκφρασης της διαταραχής. Σε αυτές τις ηλικίες (ακόμη και νωρίτερα), τα κορίτσια μπορεί να εμφανίζονται ιδιαίτερα αγχώδη, υπερευαίσθητα στην κριτική και την πίεση, με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η «υπερκινητικότητα» τους δεν εκδηλώνεται με τον στερεοτυπικά «αγορίστικο» τρόπο, αλλά συχνά μέσα από αφηρημάδα, ονειροπόληση και μια αίσθηση σπατάλης χρόνου «χωρίς προφανή λόγο».

Αντίθετα, τα αγόρια με ΔΕΠΥ στο δημοτικό εμφανίζουν συχνότερα εξωτερικευμένα συμπτώματα—όπως έντονη κινητικότητα, παρορμητικότητα, θυμό ή προκλητικές συμπεριφορές—και σχεδόν πάντα εντοπίζονται από τη σχολική τάξη και παραπέμπονται για αξιολόγηση λόγω της διαταρακτικής τους συμπεριφοράς. Τα κορίτσια, από την άλλη, μπορεί να φαίνονται «υποδειγματικές μαθήτριες». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η εικόνα συχνά είναι αποτέλεσμα τεράστιας συναισθηματικής και σωματικής προσπάθειας να καλύψουν εμφανή συμπτώματα μέχρι και την εφηβεία.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να κατανοήσει ότι παράγοντες όπως η χαμηλή σχολική επίδοση, η συννοσηρότητα με διαταραχές ψυχικής υγείας και οι ορμονικές αλλαγές της εφηβείας—ιδίως τα αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων και προγεστερόνης—μπορούν να φέρουν τη ΔΕΠΥ στην επιφάνεια πιο έντονα απ’ ό,τι στα χρόνια του δημοτικού.

Έτσι, η υποδιάγνωση της ΔΕΠΥ στα κορίτσια μπορεί να οδηγήσει στο να διαγιγνώσκονται περισσότερες γυναίκες σε σχέση με άνδρες κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή, συγκριτικά με την παιδική ηλικία.

Στο τέλος της συνεδρίας, ρώτησα την Έμιλυ:

  • «Έμιλυ, πώς κατάφερες να εξελιχθείς σε έναν τόσο εξαιρετικό άνθρωπο, μητέρα και γιατρό, ζώντας ουσιαστικά με ΔΕΠΥ σε όλη σου τη ζωή;»
  • «Δεν είμαι σίγουρη», απάντησε. «Υποθέτω ότι το περιβάλλον μου ήταν υποστηρικτικό. Δεν ένιωσα ποτέ ότι με κρίνουν και η σχέση μου με τους γονείς μου ήταν ασφαλής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον πατέρα μου: όταν η μητέρα μου είχε ήδη παραιτηθεί να προσπαθεί να με "συνεφέρει", ερχόταν κοντά μου το βράδυ, ενώ καθόμουν στο χαλί με τη μία κάλτσα μισοβγαλμένη, καθυστερώντας να φορέσω τις πιτζάμες μου, και με προσέγγιζε ήρεμα λέγοντας: “Έλα, πριγκίπισσά μου, πάμε να το συζητήσουμε.”»
  • «Το φανταζόμουν», της απάντησα, αποχαιρετώντας τη γλυκιά μου Φρίντα.

Βιβλιογραφία

Ginsberg, Y., Quintero, J., Anand, E., Casillas, M. & Upadhyaya, H.P. (2014). Underdiagnosis of attention-deficit/hyperactivity disorder in adult patients: a review of the literature. The Primary Care Companion for CNS Disorders, 16(3), 23591.

Mahone, E.M. & Wodka, E.L. (2008). The neurobiological profile of girls with ADHD. Developmental Disabilities Research Reviews, 14(4), 276–284.

Mowlem, F., Agnew-Blais, J., Taylor, E. & Asherson, P. (2019). Do different factors influence whether girls versus boys meet ADHD diagnostic criteria? Psychiatry Research, 272, 765–773.

Rosenthal, E.A. & Hinshaw, S.P. (2023). Pubertal timing in adolescents with ADHD. European Child & Adolescent Psychiatry.

Skogli, E.W. et al. (2013). ADHD in girls and boys—gender differences in co-existing symptoms and executive function measures. BMC Psychiatry, 13.